ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΡΙΗΜΕΡΟΥ ΣΕ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

Τρεις σπουδαίες μέρες δε μπορούσαν να κλείσουν πιο τραγικά. Το τριήμερο τής Αποκριάς έκλεισε με δυο τρένα που φέρανε την είδηση σε όλους μας πως ζούμε από τύχη.
Είχα προτείνει για τριήμερο (και μάλιστα Αποκριάς) το πιο αντιεμπορικό πράμα του κόσμου: αφιέρωμα σε τρεις ποιητές: Νικηφόρο Βρεττάκο, Νίκο Γκάτσο και Γιάννη Ρίτσο.
Δεν είναι εμπορικό πράμα τα αισθήματα, οι υπαινιγμοί, οι ανείπωτες επιθυμίες, οι μυστικοί ανέκφραστοι πόθοι, η μετατροπή του προσωπικού σε συλλογικό, εκείνο το νεαρό νεκρό παιδί στη Θεσσαλονίκη του 1936, εκείνη την λαϊκή πιετά που έκανε το Ρίτσο να γράψει τον Επιτάφιο και να το μετατρέψει τον νεκρό απεργό σε παιδί όλων των Ελλήνων και σε Εθνική Συλλογική Μνήμη.

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Τί είναι ένας λαός χωρίς την ποίησή του;

Κι απ’ την άλλη, αυτό στο κάτω-κάτω είναι η ποίηση ενός έθνους: η Ιστορία του ειπωμένη με τον πιο λιτό τρόπο, κάθε λέξη ένας τόμος αισθημάτων, κάθε στίχος ένα βλέμμα στον κόσμο απ’ το παράθυρο τής αισθητικής.
Πρότεινα για τριήμερο Αποκριάς να πάμε στη Μάνη και τη Μονεμβασιά σε μια περιοχή τής Ελλάδας όπου όσο εύφορη γη τής λείπει, τόσο μεγαλύτερη σοδειά ποίησης συλλέγει.
Και σα να έγινε ένα θαύμα. Βρέθηκαν 230 άνθρωποι να ενδιαφερθούν για το πιο «αντιεμπορικό πράμα του κόσμου». Σε αντίθεση συμβουλών και προβλέψεων, είδα με τα μάτια μου πως δεν είναι και τόσο λίγοι τελικά οι άνθρωποι που για τριήμερο, θέλουν κάτι παραπάνω από ένα πιάτο καλά καλαμαράκια και για μουσική υπόκρουση το «que te la pongo que te la pongo».

Το Αρχαίο Θέατρο του Γυθείου άνοιξε μετά από χρόνια, η Εφορεία Αρχαιοτήτων Λακωνίας μάς έδωσε την άδεια και 230 άνθρωποι κάθισαν ξανά – ένας θεός ξέρει μετά από πόσα χρόνια – κάθισαν ξανά στην πέτρα του και του επέστρεψαν τη φύση του, αυτό για το οποίο κάποτε είχε φτιαχτεί: ν’ ακούγεται ο Λόγος του Ανθρώπου.

Και στην Αρεόπολη 230 άνθρωποι τραγούδησαν την «Αθανασία» του Γκάτσου.

Κάθε γενιά, δική της θέλει να γενείς…
ομορφονιά, που δε σε κέρδισε κανείς

Και κάτω απ’ το βράχο τής Μονεμβασιάς τραγουδήσαμε,

… άρμεγες με τα μάτια σου το φως τής οικουμένης…

Ύποπτο μύθευμα το «αυτά θέλει ο κόσμος!» κάθε φορά για να λανσαριστεί μια χυδαιότητα χωρίς κόπο και ψυχή
.

Βρέθηκαν 230 άνθρωποι, σύμφωνα με κάποιους «παράξενοι», που αποφάσισαν το «τρελό καρναβάλι» να το περάσουν με Λόγο και Μουσική. Κι αν είναι «παράξενοι», είναι ενθαρρυντικό πως δεν είναι και τόσο λίγοι. Φτάνει να δημιουργηθούν οι συνθήκες και να προσφερθεί η ευκαιρία, να μην αναγκαστούν να δεχτούν πως μόνη διέξοδος είναι να μηρυκάζουν «χτυπάει η καρδιά μου δυνατά, τα τα τα τα…» αλλιώς θα είναι «βλαμμένοι».
Καλλιτέχνες και ταξιδιώτες μαζί τραγούδησαν τρεις μέρες κι έφτασαν ως το Ταίναρον, μια άκρη τής ψυχής του ανθρώπου, στο Υπνομαντείο, εκεί που πήγαιναν κάποτε όσοι τους έκαιγε αγωνία μεταφυσική, πήγαιναν εκεί να κοιμηθούν μην και μπορέσει και μπει στο όνειρο τ’ αγαπημένο πρόσωπο που έφυγε για τον άλλο κόσμο.

Ευχαριστώ όλη την ομάδα τής Melodrakma που στο σπουδαίο αυτό τριήμερο ήταν εκεί παρούσα για κάθε ανάγκη ταξιδιώτη. Πέντε λεωφορεία, το καθένα τον δικό του άνθρωπο.
Ευχαριστώ και τους 5 ξεναγούς που ο καθένας με το δικό του Τρόπο και Λόγο έκανε το τοπίο που βλέπαν τα μάτια των ταξιδιωτών καθώς κινούνταν το λεωφορείο να αποκτά παρελθόν και μέλλον.
Ευχαριστώ τους οδηγούς που οδήγησαν μεγάλα λεωφορεία σ’ ένα δύσκολο οδικό δίκτυο κι έφτασαν ως το Ακρωτήριο Ταίναρον.
Ευχαριστώ και τους καλλιτέχνες που άνοιξαν τις καρδιές των ανθρώπων, έχει αυτή τη δύναμη η Τέχνη κι έκαναν μια απλή εκδρομή να μετατραπεί σε Πολιτιστικό Γεγονός.
Ο Περικλής Μοσχολιδάκης, μου έκανε την τιμή να γράψει αυθεντικά κείμενα-αφιερώματα στο Βρεττάκο, το Γκάτσο και το Ρίτσο.
Διάλεξε για επίλογο των τριών ημερών κάτι που αποδείχτηκε πρόλογος και προθάλαμος τής τραγωδίας που περίμενε στα Τέμπη. Οι τελευταίες λέξεις του αφιερώματος στο Γιάννη Ρίτσου την τελευταία μέρα κάτω απ’ το βράχο τής Μονεμβασιάς ήταν ένα απόσπασμα από τις «Γειτονιές του Κόσμου».


«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις,
να ‘ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις,
να ‘ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα,
και συ να λείπεις,
οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι,
και συ να λείπεις,
‘Ενα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό,
πολλές σημαίες ν’ ανεμίζουν στα μπαλκόνια,
και συ να λείπεις,
Κι ύστερα ένα κλειδί να στρίβει η κάμαρα να ‘ναι σκοτεινή,
δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο,
και συ να λείπεις,
Σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται,
και σένανε να σου λείπουν τα χέρια… (…)
Να λείπεις- δεν είναι τίποτα να λείπεις.
Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,
θα ‘σαι για πάντα μέσα σ’ όλα εκείνα που γι’ αυτά έχεις λείψει,
θα ‘σαι για πάντα μέσα σ” όλο τον κόσμο…»

Απ’ την καρδιά μου ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσους αυτό το τριήμερο μοιραστήκαμε στιγμές που είχανε μέσα τους ψυχή.

Υ.Γ: Με την επιστροφή στα σπίτια μας ήρθε η τραγική είδηση. Δυο τρένα συγκρούονται, δεκάδες σπίτια κλείνουν, χιλιάδες άνθρωποι, ένας λαός ολόκληρος συνειδητοποιεί πως από τύχη ζει και πως είναι πολλά όσα πρέπει ακόμα ν’ αλλάξουν.
Στη μνήμη των παιδιών που χάθηκαν ένα μικρό απόσπασμα απ’ το τριήμερο. Η Άλμπα στο Ρωμαϊκό θέατρο παίζει το «Νανούρισμα» του Manuel de Falla

Γιάννης Λυμτσιούλης

Related Articles